
Ζύγιασε το πετραλέμονο στην παλάμη του. Υπολόγισε και τις πιθανότητες. Δεν του απέμενε και πολύς χρόνος, κι αυτός που έμενε περνούσε πολύ γρήγορα... Με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, ψιθύρησε μια προσευχή τόσο παλιά όσο κι ο κόσμος. Θέλησε να τη δεί για τελευταία φορά, η πύλη του Φρύονος όμως δεν εμφανιζόταν σε όποιον δεν είχε χριστεί μύστης από τη Βλικία, τη παρθένα θεά των νερών. Κι όσο αυτός, ο Κριπίων, ο φυγάς από τη Δαμασκό, απαρνιόταν την πίστη του, αυτή που είχε κληρονομήσει από τη μάνα και τον πατέρα του, δεν μπορούσε και να εντοπίσει την πύλη. Αυτή την παλιά ρημαδιασμένη είσοδο που θα του έδινε τις απαντήσεις σε όλα αυτά που τον βασάνιζαν και τον είχανε φέρει απόψε εδώ.